Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

πρώτος έρωτας











Samuel Beckett   ΠΡΩΤΟΣ  ΕΡΩΤΑΣ  (σελ. 22-26)
Μετάφραση: Αχιλλέας Αλεξάνδρου
Εκδόσεις ΑΓΡΑ – 1988
Τίτλος πρωτοτύπου: PREMIER AMOUR, 1945




… Τελικά της είπα ότι μέχρι εδώ ήταν. Με ενοχλούσε βαθιά, ακόμη και απούσα. Άλλωστε με ενοχλεί πάντοτε, αλλά με τον ίδιο τρόπο που με ενοχλούν και τα υπόλοιπα. Κατά τα άλλα δεν μου κοστίζει πλέον τίποτε, για την ώρα, τι να ενοχλούμαι, ή τόσο λίγο, τι πάει να πει είμαι ενοχλημένος, άλλωστε πρέπει να είμαι, άλλαξα το σύστημα, έχω βρει πια το κόλπο, είναι το ένατο ή δέκατο, κι έπειτα όλα θα τελειώσουν, τα ξεβολέματα, τα βολέματα, σε λίγο δεν θα μιλάει κανείς γι’ αυτά, μήτε γι’ αυτή, μήτε για τους άλλους, μήτε για σκατά, μήτε για ουρανό. Λοιπόν, δεν θέλετε πλέον να έρχομαι; λέει. Είναι απίστευτο πώς οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν αυτό που μόλις τους έχεις πει, σαν να κινδυνεύουν να οδηγηθούν στην πυρά, αν πιστέψουν στ’ αυτιά τους. Της είπα να έρχεται από καιρό σε καιρό. Δεν ήξερα καλά τις γυναίκες εκείνη την εποχή. Άλλωστε τις ξέρω πάντα τόσο λίγο. Τους άνδρες το ίδιο. Τα ζώα επίσης. Αυτό που αγνοώ λιγότερο είναι οι πόνοι μου. Τους σκέφτομαι όλους, όλες τις ημέρες, στα γρήγορα, αλλά αυτοί δεν προέρχονται όλοι από την σκέψη. Ναι, υπάρχουν ώρες, κυρίως το απόγευμα, όπου αισθάνομαι συγκριτιστής, με τον τρόπο του Reinhald. Τι ισορροπία. Εξάλλου και τους πόνους μου λίγο τους ξέρω. Κι αυτό μάλλον οφείλεται στο γεγονός πως δεν είμαι μονάχα πόνος. Εδώ είναι το κόλπο. Τότε αυτοί ξεμακραίνουν, ή εγώ, μέχρι που με γεμίζουν κατάπληξη και θαυμασμό. Σπανίως, αλλά αυτό αρκεί. Δεν είναι και τόσο ηλίθια, η ζωή. Το να είσαι μονάχα πόνος, πόσο αυτό θα απλοποιούσε τα πράγματα! Να είσαι τελείως αξιοθρήνητος! Αυτό όμως θα ’ταν ανταγωνισμός, και μάλιστα αθέμιτος. Θα σας τους πω πάντως μια μέρα, εάν τους σκεφτώ και αν το μπορέσω τους πόνους μου, με λεπτομέρειες, καλοξεχωρίζοντάς τους για περισσότερη σαφήνεια. Θα σας πω γι’ αυτούς της νόησης, γι’ αυτούς της καρδιάς ή τους αισθηματικούς, της ψυχής (πολλοί όμορφοι, αυτοί της ψυχής) κι έπειτα του σώματος, πρώτα τους εσωτερικούς ή κρυμμένους, και μετά αυτούς της επιφάνειας, αρχίζοντας απ’ τα μαλλιά και κατεβαίνοντας μεθοδικά και χωρίς να βιάζομαι μέχρι τα πόδια, έδρα κάλων, κραμπών, πρηξιμάτων, σπασμένων νυχιών, κρυοπαγημάτων, ποδάγρας και άλλων παραδόξων. Και σε όσους θα ‘ναι αρκετά ευγενικοί για να μ’ ακούσουν, θα πω μ’ αυτή την ευκαιρία, και σύμφωνα μ’ ένα σύστημα του οποίου ξεχνώ τον δημιουργό, τις στιγμές που, χωρίς να είναι κανείς μαστουρωμένος, μεθυσμένος ή σε έκσταση, δεν αισθάνεται τίποτε. Τότε φυσικά ήθελε να μάθει τί εννοούσα με το από καιρό σε καιρό, να σε τι εκτίθεσαι, άμα ανοίξεις το στόμα σου. Κάθε οκτώ μέρες; Κάθε δέκα μέρες; Της είπα να έρχεται πιο αραιά, πολύ πιο αραιά, να μην έρχεται καθόλου αν γινόταν και αν αυτό δεν γινόταν να έρχεται όσο το δυνατό λιγότερο συχνά. Εξάλλου την επομένη εγκατέλειψα το παγκάκι, οφείλω να πω λιγότερο εξαιτίας της παρά εξαιτίας του, γιατί το παγκάκι δεν ανταποκρινόταν πλέον στις ανάγκες μου, μέτριες παρ’ όλ’ αυτά, γιατί τα πρώτα κρύα άρχιζαν να γίνονται αισθητά, και έπειτα, για άλλους λόγους για τους οποίους θα ‘ταν βαρετό να μιλώ, σε αρχίδια σαν και σας, και κατέφυγα σε έναν εγκαταλειμμένο στάβλο αγελάδων, που είχα επισημάνει στις περιπλανήσεις μου. Βρισκόταν στη γωνιά ενός χωραφιού που επιδείκνυε στην επιφάνειά του περισσότερες τσουκνίδες παρά χόρτα και περισσότερη λάσπη παρά τσουκνίδες, αλλά που το υπέδαφός του πιθανόν να διέθετε αξιόλογες ιδιότητες. Μέσα σ’ αυτό το στάβλο, γεμάτο ξερές και κούφιες σβουνιές που ξεφούσκωναν μ’ ένα στεναγμό όταν έμπηγα μέσα τους το δάχτυλο, είναι που για πρώτη φορά στη ζωή μου, θα έλεγα ευχαρίστως και για τελευταία αν είχα αρκετή μορφίνη στα χέρια μου, χρειάστηκε να υπερασπιστώ τον εαυτό μου ενάντια σ’ ένα συναίσθημα που τρύπωνε σιγά σιγά μέσα στο παγωμένο μου μυαλό με το τρομερό όνομα του έρωτα. Αυτό που δίνει γοητεία στη χώρα μας, εκτός βέβαια απ’ το γεγονός ότι είναι αραιά κατοικημένη παρόλο που είναι αδύνατο να προμηθευτείς το παραμικρό προφυλακτικό, είναι πως όλα εκεί βρίσκονται σε πλήρη εγκατάλειψη εκτός απ’ τα απόσκατα της ιστορίας. Αυτά τα μαζεύουμε με ζήλο, τους ρίχνουμε άχυρο και τα περιφέρουμε σε λιτανεία. Παντού όπου ο χρόνος έφτιαξε μια ωραία αηδιαστική κοπριά, θα δείτε τους πατριώτες μας, διπλωμένους, να εισπνέουν, με το πρόσωπο φλογισμένο:






τα απόσκατα της ιστορίας της τέχνης