Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

To πρωί





Το πρωί είναι η ώρα για κρύψιμο. Οι άνθρωποι ξυπνάνε, φρέσκοι κι ορεξάτοι, αφρίζοντας για τάξη, ομορφιά και δικαιοσύνη, λυσσομανώντας για το μερίδιό τους. Ναι, απ’ τις οχτώ μ’ εννιά μέχρι τις δώδεκα είναι η ώρα του μεγάλου κινδύνου. Αλλά γύρω στις δώδεκα το πράγμα ξεθυμαίνει, οι πιο λιμασμένοι χόρτασαν, γυρίζουν στο σπίτι, δεν έγιναν βέβαια όλα, αλλά έκαναν καλή δουλειά, ο καθένας μετράει τα ποντίκια που έπιασε. Το μεσημεράκι μπορεί να ξαναρχίσει, ύστερα απ’ τα γλέντια, τις ευωχίες, τα συχαρίκια, τις δημηγορίες, αλλά σε σχέση με το πρωί δεν είναι τίποτα, απλό καλαμπούρι. Γύρω στις τέσσερις με πέντε βέβαια αρχίζει η βάρδια η νυχτερινή, αρχίζουν να βουρλίζονται οι νυχτοφύλακες. Αλλά το τέλος της μέρας είναι τώρα κοντά, οι σκιές λιγναίνουν, οι τοίχοι πληθαίνουν, κολλάς στους τοίχους, ζαρωμένος σαν καλό και φρόνιμο παιδί, σταλάζοντας χαμέρπεια, όχι πως έχεις κάτι να κρύψεις, κρύβεσαι μόνο από φόβο, χωρίς να τολμάς να γυρίσεις το κεφάλι δεξιά ή αριστερά, κρυμμένος αλλά όχι με τα πόδια στηλωμένα, έτοιμος να φανερωθείς, να χαμογελάσεις, ν’ ακούσεις, να εκλιπαρήσεις, σίχαμα αλλά όχι μόλυσμα, βατράχι μάλλον παρά ποντίκι. Κι ύστερα η νύχτα, η αληθινή, επικίνδυνη κι αυτή, αλλά καλή για όποιον ξέρει να της ανοιχτεί, όπως ανοίγονται τα λουλούδια στον ήλιο, για όποιον είναι κι ο ίδιος νύχτα, μέρα και νύχτα. Όχι, ούτε η νύχτα είναι τίποτα σπουδαίο, αλλά σε σύγκριση με τη μέρα είναι σίγουρα κάτι σπουδαίο, και σε σύγκριση με το πρωί είναι ασυζητητί κάτι σπουδαιότατο. […] Το λυντσάρισμα γίνεται τη μέρα, γιατί ο ύπνος είναι ιερός, και βασικά το πρωί, ανάμεσα στο πρόγευμα και το γεύμα. Η πρώτη μου φροντίδα λοιπόν, μετά από λίγα μίλια στην έρημη αυγή, ήταν να βρω ένα μέρος για να κοιμηθώ, γιατί ο ύπνος ήταν κι αυτός ένα είδος προστασίας, όσο παράδοξο κι αν φαίνεται. Γιατί ο ύπνος, αν και ξυπνάει το ένστικτο της σύλληψης, φαίνεται ότι κατευνάζει το ένστικτο της σφαγής, της επιτόπου κι αιματηρής, όποιον κυνηγό και να ρωτήσετε θα σας το πει. Για το θηρίο που κινείται ή καιροφυλακτεί κρυμμένο στη μονιά του, δεν υπάρχει έλεος, ενώ εκείνο που πιάνεται στον ύπνο έχει πιθανότητες να τύχει και πιο ευγενικών αισθημάτων, που θα κάνουν την κάννη να γείρει, το μαχαίρι να μπει στο θηκάρι. Γιατί ο κυνηγός είναι πονόψυχος κι αισθηματίας στο βάθος, γεμάτος απωθημένα αποθέματα συμπόνιας και καλωσύνης που είναι έτοιμα να ξεχειλίσουν με την πρώτη ευκαιρία. […] Όσο για μένα, έβρισκα πάντα προτιμότερη τη σκλαβιά από το θάνατο, ή μάλλον τη θανάτωση. Γιατί ο θάνατος είναι μια κατάσταση για την οποία ποτέ μου δεν κατάφερα να σχηματίσω μια ικανοποιητική εικόνα, και άρα δεν μπορεί να καταχωρηθεί στον ισολογισμό των καλών και των κακών. Ενώ σχετικά με τη θανάτωση είχα απόψεις που μου ενέπνεαν εμπιστοσύνη, καλώς ή κακώς, και στις οποίες ένιωθα πως είχα δικαίωμα να ανατρέξω όταν χρειαζόταν. Ω, δεν ήταν απόψεις σαν τις δικές σας, ήταν απόψεις σαν τις δικές μου, όλο σπασμούς, κρύο ιδρώτα και ρίγη, χωρίς ούτ’ ένα ίχνος λογικής ή ψυχραιμίας. Αλλά ήταν οι καλύτερες που είχα. Και για να σας δώσω να καταλάβετε μέχρι που έφτανε η σύγχυση των ιδεών μου σχετικά με το θάνατο, θα σας πω με πάσα ειλικρίνεια πως δεν απόκλεια την πιθανότητα να είναι μια κατάσταση χειρότερη ακόμα κι από τη ζωή. Οπότε μου φαινόταν πολύ φυσικό να μη βιαστώ να τον συναντήσω, κι όσες φορές αποξεχνιόμουνα κι έκανα τέτοια απόπειρα, να σταματήσω εγκαίρως. Αυτή είναι η μόνη μου δικαιολογία. Χώθηκα λοιπόν σε μια οποιαδήποτε τρύπα φαντάζομαι και περίμενα, μισοροχαλίζοντας, μισοβογγώντας, κλαψουρίζοντας και γελώντας ή πασπατεύοντας το σώμα μου, για να δω μήπως άλλαξε τίποτα, μέχρι να κοπάσει ο πρωινός παροξυσμός.       

Σάμουελ Μπέκετ
Μολλόυ

Απόδοση κειμένου στα ελληνικά:  Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου
Εκδόσεις Κρύσταλλο, Αθήνα, 1981

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου