Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Καταστροφή










ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

ΣΑΜΟΥΕΛ ΜΠΕΚΕΤ

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ  ΕΡΓΟΥ

Σκηνοθέτης (Σ)
Η Γραμματέας του (Γ)
Πρωταγωνιστής (Π)
Λιουκ, υπεύθυνος φωτισμού, εκτός σκηνής (Λ)

Πρόβα. Τελικές δοκιμές στην τελευταία σκηνή. Η Γραμματέας και ο Λιουκ, μόλις έχουν ρυθμίσει το φωτισμό. Ο Σκηνοθέτης μόλις έφτασε. 
Σ: Κάθεται σε μια πολυθρόνα κάτω στη σάλα αριστερά. Φοράει γούνινο παλτό και καπέλο! Ηλικία, χαρακτηριστικά, απροσδιόριστα. 
Γ: Στέκεται δίπλα του. Φοράει λευκή μπλούζα. Χωρίς καπέλο. Μολύβι στο αυτί. Ηλικία, χαρακτηριστικά, απροσδιόριστα. 
Π: Στέκεται στο μέσο της σκηνής πάνω σ' ένα ξύλινο υπόβαθρο, 18 ίντσες ψηλό. Φοράει φαρδύ ξεχειλωμένο μαύρο καπέλο και μαύρο μακρύ χιτώνα ως τον αστράγαλο. Ξυπόλυτος. Κεφάλι υποταγμένο σε στάση υποταγής. Χέρια στις τσέπες. Χαρακτηριστικά, ηλικία, απροσδιόριστα. 

Ο Σ και η Γ κοιτάζουν τον Π. Μεγάλη παύση.
Γ: [Τελικά.] Σ' αρέσει η εμφάνισή του;
Σ:  Έτσι κι έτσι. [Παύση.] Γιατί το υπόβαθρο;
Γ: Για να μπορούν οι θεατές των πρώτων θέσεων να βλέπουν τα πόδια του. 
[Παύση.]
Σ: Και το καπέλο;
Γ: Για να του κρύβει το πρόσωπο.  
[Παύση.]
Σ: Κι ο μακρύς χιτώνας;
Γ: Για να φαίνεται κατάμαυρος.  
[Παύση.]
Σ: Τι φοράει από κάτω; [Η Γ προχωρεί προς τον Π.] Μίλα. 
[Η Γ σταματά.]
Γ: Τη νυχτικιά του.
Σ: Χρώμα;
Γ: Γκρίζο.
[Ο Σ βγάζει ένα πούρο.]
Σ: Φωτιά. [Η Γ γυρίζει, του ανάβει το πούρο, στέκεται ακίνητη. Ο Σ καπνίζει.]
Πώς είναι το κεφάλι;
Γ: Το 'χεις δει.
Σ: Ξέχασα. [Η Γ κοιτάζει τον Π.] Μίλα. [Η Γ σταματάει να κοιτάζει.]
Γ: Φαλακρό. Μερικές τρίχες.
Σ: Χρώμα;
Γ: Γκρίζο. 
[Παύση.]
Σ: Τα χέρια γιατί στις τσέπες;
Γ: Τον βοηθούν να φαίνεται κατάμαυρος.
Σ: Δεν πρέπει.
Γ: Θα το σημειώσω. [Βγάζει σημειωματάριο και μολύβι και σημειώνει.] Χέρια έξω από τις τσέπες. [Βάζει σημειωματάριο και μολύβι στη θέση τους.]
Σ: Πώς είναι; [Η Γ σαστισμένη. Εκνευρισμένα.] Τα χέρια, πώς είναι τα χέρια;
Γ: Τα 'χεις δει.
Σ: Ξέχασα.
Γ: Παράλυτα. Μυϊκή εκφύλιση.
Σ: Συσπασμένα;
Γ: Αν το θέλεις.
Σ: Σα δυο δαγκάνες;
Γ: Εκτός αν σφίγγει τις γροθιές του.
Σ: Δεν πρέπει.
Γ: Θα το σημειώσω. [Βγάζει σημειωματάριο και μολύβι και σημειώνει.] Χέρια χαλαρά.
[Βάζει σημειωματάριο και μολύβι στη θέση τους.]
Σ: Φωτιά. [Η Γ γυρίζει, του ανάβει το πούρο, στέκεται ακίνητη. Ο Σ καπνίζει.] Καλά. Τώρα ας ρίξουμε μια ματιά. [Η Γ σαστισμένη. Εκνευρισμένα.] Βιάσου. Βγάλ' του αυτό τον χιτώνα. [Κοιτάζει το ρολόι του.
Και γρήγορα, έχω συμβούλιο. 
[Η Γ πηγαίνει στον Π και του βγάζει το χιτώνα. Ο Π υποταγμένος, δεν αντιδρά. Η Γ κάνει μερικά βήματα προς τα πίσω, κρατώντας στα χέρια της τον χιτώνα. Ο Π φοράει από κάτω μια παλιά γκρίζα πιζάμα. Κεφάλι γυρτό. Γροθιές χαλαρές. Παύση.]
Γ: Καλύτερα έτσι; [Παύση.] Τρέμει.
Σ: Όχι μόνο το ρούχο. Και το καπέλο. [Παύση. Η Γ πλησιάζει, βγάζει το καπέλο του Π, κάνει μερικά βήματα προς τα πίσω κρατώντας στα χέρια της το καπέλο. Παύση.]
Γ: Τι λες για το κρανίο του;
Σ: Χρειάζεται άσπρισμα.
Γ: Θα το σημειώσω. [Βγάζει σημειωματάριο και χαρτί και σημειώνει.] Κρανίο λευκό. [Βάζει σημειωματάριο και μολύβι στη θέση τους.]
Σ: Τα χέρια. [Η Γ σαστισμένη. Εκνευρισμένα.] Οι γροθιές. Βιάσου.
[Η Γ πλησιάζει τον Π ξεσφίγγει τις γροθιές του, κάνει προς τα πίσω.]
Ν' ασπριστούν τα χέρια.
Γ: Θα το σημειώσω. [Βγάζει σημειωματάριο και χαρτί και σημειώνει.] Χέρια λευκά.
[Βάζει σημειωματάριο και μολύβι στη θέση τους. Κοιτάζουν κι οι δυο τον Π.]
Σ: [Τελικά.] Κάτι είναι λάθος; [Ταραγμένα.] Τι είναι;
Γ: [Δειλά.] Τι θα λέγατε αν... αν τα βάζαμε... ενωμένα;
Σ: Ας δοκιμάσουμε. [Η Γ πλησιάζει τον Π, ενώνει τα χέρια, κάνει προς τα πίσω.] Πιο πάνω. [Η Γ πλησιάζει τον Π και σηκώνει τα χέρια του στο ύψος του στήθους.] Στοπ. [Η Γ κάνει προς τα πίσω] Καλύτερα έτσι. Πάει. Φωτιά. [Η Γ γυρίζει, του ανάβει το πούρο, στέκεται ακίνητη. Ο Σ καπνίζει.]
Γ: Τρέμει.
Σ: Ας τον βοηθήσει η καρδιά του.  
[Παύση.]
Γ: [Δειλά.] Τι θα λέγατε για ένα μικρό.. ένα μικρό.. αυτοσχεδιασμό;
Σ: Προς Θεού. Τι μανία κι αυτή για επεξηγήσεις. Κάθε σημείο είναι σφραγισμένο από το θάνατο. Μικρό αυτοσχεδιασμό; Δεν είμαστε καλά.  
Γ: Σίγουρα, να μην αρθρώσει λέξη;

Σ: Ούτε ψίθυρο. 
[Ο Σ βγαίνει για να μην εμφανιστεί ξανά. Η  Γ  σωριάζεται στην πολυθρόνα του. Αμέσως όμως, σηκώνεται, βγάζει ένα κουρέλι και ξεσκονίζει τη ράχη και το κάθισμα της πολυθρόνας. Έπειτα πετάει το κουρέλι και κάθεται πάλι. Παύση.]
Σ: [Απ' έξω γκρινιάρικα.] Δεν μπορώ να δω τα δάχτυλα των ποδιών του. [Ταραγμένα.] Κάθομαι στην πρώτη σειρά των θεατών και δε μπορώ να δω τα δάχτυλα.
Γ: [Σηκώνεται.] Θα το σημειώσω. [Βγάζει σημειωματάριο και μολύβι και σημειώνει.] Ανύψωση του βάθρου.
Σ: Φαίνεται και λίγο πρόσωπο.
Γ: Θα το σημειώσω.
[Βγάζει σημειωματάριο και μολύβι και σημειώνει.]
Σ: Κάτω το κεφάλι. [Η Γ σαστισμένη. Εκνευρισμένα.] Βιάσου. Χαμήλωσε το κεφάλι του. [Η Γ πηγαίνει στον Π, του χαμηλώνει το κεφάλι περισσότερο, κάνει προς τα πίσω.] Κι άλλο. [Η Γ πλησιάζει τον Π και κατεβάζει πιο κάτω το κεφάλι του.] Στόπ! [Η Γ κάνει προς τα πίσω.] Θαυμάσια. Πάει. [Παύση.] Περισσότερο γυμνό τώρα.
Γ: Θα το σημειώσω. [Βγάζει το σημειωματάριο. Κάνει να πιάσει το μολύβι της.]
Σ: Βιάσου, βιάσου. [Η Γ βάζει στην τσέπη της το σημειωματάριο, πηγαίνει μπρος στον Π και στέκεται αναποφάσιστη.] Γύμνωσε τον λαιμό. [Η Γ ξεκουμπώνει τα πρώτα κουμπιά της πιζάμας του Π, γυρίζει το γιακά και τα πέτα, κάνει προς τα πίσω.] Τα πόδια τώρα. Τα καλάμια. [Η Γ μαζεύει το ένα μπατζάκι του παντελονιού της πιζάμας, κάνει προς τα πίσω.] Και το άλλο. [Η Γ ανεβάζει και το άλλο μπατζάκι, κάνει προς τα πίσω.] Ψηλότερα. Ως το γόνατο. [Η Γ σηκώνει και τα δυο μπατζάκια ως το γόνατο, κάνει προς τα πίσω.] Και άσπρισμα.
Γ: Θα το σημειώσω.  
[Βγάζει το σημειωματάριο και μολύβι και σημειώνει.] Άσπρισμα στα γυμνά μέρη.
Σ: Εντάξει. Είν' ο Λιουκ εδώ γύρω;
Γ: [Φωνάζει.] Λιουκ! [Παύση. Δυνατότερα.] Λιουκ!
Λ: [Από μακριά.] Σ' ακούω. [Παύση. Από πιο κοντά.] Τι συμβαίνει;
Γ: Ο Λιουκ είναι εδώ γύρω.
Σ: Θέλω σκοτάδι στη σκηνή.
Λ: Τι;  
[Η Γ του μεταφέρει στη σκηνική ορολογία να χαμηλώσουν τα φώτα της σκηνής και να πέσει  φως μόνο πάνω στον Π, η Α στη σκιά.]
Σ: Μόνο στο κεφάλι.
Λ: Τι;  
[Η Γ του μεταφέρει στη σκηνική ορολογία να χαμηλώσει τα φώτα από το κορμί του Π και να φωτίσει μόνο το κεφάλι του. Μεγάλη παύση.]
Σ: Θαυμάσια.
[Παύση.]
Γ: Τι θα λέγατε... ν' ανεβάσουμε... να σηκώσουμε το κεφάλι του. Μια στιγμή... να φανεί το πρόσωπο... μόνο για λίγο.
Σ: Δεν είμαστε καλά. Τι άλλο ακόμα θα ζητήσετε. Πού νομίζετε πως βρισκόμαστε. Στην Παταγωνία;  Άκου, να σηκώσει το κεφάλι; Αλίμονο! [Παύση.] Ακούς εκεί. Αυτό θα ήταν η καταστροφή μας. Σίγουρα. Έλα μια φορά ακόμα και τέλειωσα.
Γ: [Στον Λιουκ.] Ακόμα μια φορά και τέλειωσε. 
[Fade-up του φωτισμού στο κορμί του Π. Παύση. Fade-up του γενικού φωτισμού.]
Σ: Στοπ! [Παύση.] Τώρα... δώσ' τους. [Fade-out του γενικού φωτισμού. Παύση. Fade-out του φωτισμού του σώματος. Φως στο κεφάλι μόνο. Μεγάλη παύση.] Τρομερό! Θα τους ενθουσιάσει. Μπορώ από τώρα ν' ακούω τα χειροκροτήματα. [Παύση. Από μακριά θύελλα χειροκροτημάτων. Ο Π σηκώνει το κεφάλι του και κοιτάζει το κοινό. Αμέσως τα χειροκροτήματα υποχωρούν και χάνονται. Μεγάλη Παύση. Fade-out του φωτισμού του προσώπου.]

ΤΕΛΟΣ

Πηγή κειμένου

Στο κείμενο της πηγής έχουν γίνει κάποιες αλλαγές σ΄εκείνα τα σημεία του που δεν αντιστοιχούν με το αγγλικό κείμενο.    

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Ακατανόμαστος



 
 
 
  


*
Ι’m  all these words, all these strangers, this dust of words, with no ground for their settling, no sky for their dispersing, coming together to say, fleeing one another to say, that I am they, all of them, those that merge, those that part, those that never meet, and nothing else, yes, something else, that I’m something quite different, a quite different thing, a wordless thing in an empty place, a hard shut dry cold black place, where nothing stirs, nothing speaks, and that I listen, and that I seek, like a caged beast born of caged beasts born of caged beasts born of caged beasts born in a cage and dead in a cage, born and then dead, born in a cage and then dead in a cage, in a word like a beast, in one of their words, like such a beast, and that I seek, like such a beast, with my little strength, such a beast, with nothing of its species left but fear and fury, no, the fury is past, nothing but fear, nothing of all its due but fear centupled, fear of its shadow, no, blind from birth, of sound then, if you like, we’ll have that, one must have something, it’s a pity, but there it is, fear of sound, fear of sounds, the sounds of beasts, the sounds of men, sounds in the daytime and sounds at night, that’s enough, fear of sounds all sounds, more or less, more or less fear, all sounds, there’s only one, continuous, day and night, what is it, it’s steps coming and going, it’s voices speaking for a moment, it’s bodies groping their way, it’s the air, it’s things, it’s the air among the things, that’s enough, that I seek, like it, no, not like it, like me, in my own way, what am I saying, after my fashion, that I seek, what do I seek now, what it is, it must be that, it can only be that, what it is, what it can be, what what can be, what I seek, no, what I hear, I hear them, now it comes back to me, they say I seek what it is I hear, I hear them, now it comes back to me, what it can possibly be, and where it can possibly come from, since all is silent here, and the walls thick, and how I manage, without feeling an ear on me, or a head, or a body, or a soul, how I manage, to do what, how I manage, it’s not clear, dear dear, you say it’s not clear, something is wanting to make it clear, I’ll seek, what is wanting, to make everything clear, I’m always seeking something, it’s tiring in the end, and it’s only the beginning…





πηγή κειμένου: #



 

 


 
 
είμαι όλες τούτες οι λέξεις, όλες τούτες οι άγνωστες, όλος τούτος ο μπουχός από λέξεις, χωρίς έδαφος να κατακάτσει, χωρίς ουρανό να διαλυθεί, που κολλάνε για να πουν, ξεκολλάνε για να πουν, πως εγώ είμαι αυτές, όλες αυτές, κι αυτές που ενώνονται, κι αυτές που χωρίζονται, κι αυτές που δε γνωρίζονται, αυτές και τίποτ’ άλλο, όχι, εντελώς άλλο, πως είμαι κάτι εντελώς άλλο, κάτι βουβό, σ’ ένα μέρος άγριο, άδειο, κλειστό, μαύρο, ξερό, παγωμένο, όπου τίποτα ποτέ δε σαλεύει, τίποτα ποτέ δε μιλάει, και πως ακούω, και πως ψάχνω, σα θηρίο σε κλουβί γεννημένο από θηρία σε κλουβί γεννημένα από θηρία σε κλουβί γεννημένα από θηρία σε κλουβί γεννημένα από θηρία σε κλουβί γεννημένα από θηρία σε κλουβί γεννημένα από θηρία σε κλουβί γεννημένα και πεθαμένα σε κλουβί από θηρία σε κλουβί γεννημένα σε κλουβί πεθαμένα σε κλουβί γεννημένα και πεθαμένα σε κλουβί γεννημένα και μετά πεθαμένα γεννημένα και μετά πεθαμένα, σα θηρίο με μια λέξη, δική τους λέξη, σαν τέτοιο θηρίο, και πως ψάχνω, σαν τέτοιο θηρίο, με τις φτωχές μου δυνάμεις, τέτοιο θηρίο, με μόνα απομεινάρια απ’ τα γνωρίσματα του είδους του το φόβο και τη λύσσα, όχι, η λύσσα πέρασε, μόνο το φόβο, απ’ όλα όσα του ’πρεπαν μόνο το φόβο, πολλαπλασιασμένο, το φόβο της σκιάς του, όχι, είναι τυφλό, γεννημένο τυφλό, του ήχου αν θέλετε, αυτά λοιπόν, είναι απαραίτητο, είναι απαραίτητο κάτι, είναι κρίμα, αλλά έτσι είναι, φόβο του ήχου, φόβο των ήχων των θηρίων, των ήχων των ανθρώπων, των ήχων της μέρας και της νύχτας, φτάνει, φόβο των ήχων, όλων των ήχων, λίγο-πολύ όλων, λίγο-πολύ φόβος, όλων των ήχων, δεν είναι πολλοί, ένας είναι, αδιάκοπος, μέρα-νύχτα, τι είναι, είναι βήματα που πάνε κι έρχονται, είναι φωνές που μιλάνε για λίγο, είναι σώματα που ψάχνουν ένα δρόμο, είναι ο αέρας είναι τα πράγματα, είναι ο αέρας ανάμεσα στα πράγματα, φτάνει, πως ψάχνω, όπως αυτό, όχι, όχι όπως αυτό, όπως εγώ, με το δικό μου τρόπο, τι λέω, με το δικό μου τρόπο, πως ψάχνω, τι ψάχνω τώρα, ψάχνω να βρω τι ψάχνω, ψάχνω να βρω τι είναι, αυτό πρέπει να ’ναι, τι άλλο μπορεί να ’ναι, να βρω τι είναι, τι μπορεί να ’ναι, αυτό που ψάχνω, όχι, αυτό που ακούω, δεν ξέρω, δε μου ’ρχεται, ναι, τώρα μου ’ρχεται, όλα μου ’ρχονται, ψάχνω, ακούω να λένε πως ψάχνω να βρω τι μπορεί να ’ναι αυτό που ακούω, τώρα μου ’ρθε, τι μπορεί να ’ναι, κι από πού μπορεί να μου ’ρθε, αφού εδώ είναι όλα σιωπηλά, και οι τοίχοι είναι χοντροί, και πώς καταφέρνω, χωρίς να νιώθω αυτί, ούτε κεφάλι, ούτε σώμα, ούτε ψυχή, πώς καταφέρνω, τι καταφέρνω, να μην καταφέρνω τίποτα, πώς καταφέρνω, δεν είναι σαφές, όπα, είπες πως δεν είναι σαφές, κάτι λείπει για να γίνει σαφές, θα ψάξω να το βρω, θα ψάξω να βρω αυτό που λείπει, για να γίνουν όλα σαφή, όλο κάτι ψάχνω να βρω, καταντάει κουραστικό εντέλει, κι είμαστε ακόμα στην αρχή…





Σάμουελ Μπέκετ, Ο Ακατανόμαστος, Μετάφραση Αλεξάνδρας Παπαθανασοπούλου, Εκδ. Κρύσταλλο, 1980 

___________________________________________



"... Να επικαλούμαι στις δύσκολες στιγμές, όταν η απογοήτευση απειλεί να σηκώσει κεφάλι, την εικόνα ενός πελώριου ηλίθιου στόματος, κόκκινου, χοντρού και σαλιαρού, σε απόλυτη απομόνωση, που φτύνει ακατάπαυστα, μ' ένα θόρυβο σκαστών φιλιών και μπουγάδας.
Να απορρίψω μια για πάντα, μαζί με το συσχετισμό με τη γνωστή αιώνια καταδίκη, κάθε ιδέα αρχής και τέλους.
Να ξεπεράσω, αυτό είναι αυτονόητο, την ολέθρια τάση για έκφραση.
Να με ταυτίζω, χωρίς ενδοιασμό και χωρίς λύπηση, μ' αυτόν που υπάρχει, κατά κάποιο τρόπο, αδιάφορο ποιον, ας μη λεπτολογούμε... Κι ακόμα καλύτερα, να μου προσδώσω ένα σώμα. Και πολύ πιο καλύτερα, να μου αποδώσω ένα πνεύμα.
Να μιλάω για ένα κόσμο δικό μου, που θα τον αποκαλώ καμιά φορά εσωτερικό, χωρίς να πνίγομαι.
Να πάψω ν' αμφιβάλλω.
Να πάψω να ψάχνω.
Να επωφεληθώ από την ολοκαίνουργια ψυχική και υλική μου υπόσταση για να εγκαταλείψω με τη μεγαλύτερη δυνατή ανεμελιά τα εσώτερα βάθη.
Και τέλος, έχοντας πάρει αυτές τις άλλες αποφάσεις, να συνεχίσω ωραία και καλά όπως πρώτα.
Όμως κάτι έχει αλλάξει...
Τι καλά που είναι, να κοιτάζεις πίσω, ανάμεσα σε δύο καταδύσεις στα έγκατα, να ψάχνεις μάταια για κάποιο πανί στον ορίζοντα, είναι απόλαυση, μα την πίστη μου είναι, να μην μπορείς να πνιγείς, σε τέτοιες συνθήκες!"



πηγή κειμένου: Στήλες

 

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Θα 'θελα να 'ξερα

«… είναι φυσικό να επεκταθώ λιγότερο πάνω σε κάτι που έχασα παρά σε κάτι που δεν μπόρεσα να χάσω, αυτό εννοείται. Κι αν δεν φαίνεται να τηρώ ανεξάλειπτα αυτή την αρχή είναι γιατί μου διαφεύγει ώρες – ώρες, και χάνεται, σα να μην είχε ποτέ εξαχθεί. Ανισόρροπη φράση αυτή, δεν πειράζει. Γιατί δεν ξέρω πια τι κάνω, ούτε γιατί, αυτά είναι πράγματα που τα καταλαβαίνω όσο πάει και λιγότερο, δεν το κρύβω, γιατί να το κρύψω, και από ποιόν, από σας, απ’ τους οποίους τίποτα δεν μένει κρυφό; Κι έπειτα, το ίδιο το κάνω με γεμίζει με μια τέτοια, δεν ξέρω, δεν υπάρχουνε λόγια, για μένα, τώρα, μετά από τόσον καιρό, καταλαβαίνετε, τόσο που δεν κάνει τον κόπο να κάτσω να ψάξω δυνάμει ποιάς αρχής. Πόσο μάλλον που ό,τι κι αν κάνω, δηλαδή ό,τι κι αν πω, θα είναι συνέχεια πάνω-κάτω το ίδιο, ναι, πάνω-κάτω. Κι αν μιλάω για αρχές ενώ δεν υπάρχουν, δεν φταίω εγώ, πρέπει να υπάρχουν κάποιες κάπου. Κι αν το να κάνεις συνέχεια πάνω-κάτω το ίδιο δεν είναι το ίδιο με το να τηρείς την ίδια αρχή, και πάλι δεν φταίω εγώ. Κι ύστερα πώς να ξέρεις αν την τηρείς ή όχι; Και πώς να θέλεις να ξέρεις; Όχι, όλ’ αυτά δεν αξίζουν να κάτσεις να σκοτιστείς, κι όμως κάθεσαι και σκοτίζεσαι, γιατί έχεις χάσει κάθε αίσθηση αξίας. Και μ’ εκείνα που αξίζουν δεν κάθεσαι να σκοτιστείς, τ’ αφήνεις, για τον ίδιο λόγο, ξέροντας πως όλη αυτή η υπόθεση αξίας και απαξίας δεν είναι για σένα, εσένα που δεν ξέρεις καν τι κάνεις, ούτε γιατί, και που πρέπει να συνεχίσεις να μην το ξέρεις, αλλιώς κινδυνεύεις από τι, θα ‘θελα να ΄ξερα από τι κινδυνεύεις, ναι, θα ‘θελα να ‘ξερα.»





«Γιατί  κάτι χειρότερο απ’ αυτό που κάνω, χωρίς να ξέρω τι, ούτε γιατί, είναι ένα πράγμα που δεν μπόρεσα ποτέ μου να συλλάβω, κι αυτό δε με παραξενεύει, γιατί ποτέ δεν προσπάθησα. Γιατί αν είχα καταφέρει να συλλάβω κάτι χειρότερο απ’ αυτό που είχα, δε θα ‘βρισκα ησυχία μέχρι να το αποκτήσω, απ’ όσο με ξέρω τουλάχιστον. Κι αυτό που έχω, αυτό που είμαι, μου είναι αρκετό, ανέκαθεν μου ήταν αρκετό, κι όσο για το μικρό μου λατρευτό μου μέλλον δεν έχω καμία ανησυχία, δε διαγράφεται καθόλου πληκτικό.»  

Σάμουελ Μπέκετ
Μολλόυ

Απόδοση κειμένου στα ελληνικά:  Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου
Εκδόσεις Κρύσταλλο, Αθήνα, 1981

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Morton Feldman - Neither







     NEITHER

     to and fro in shadow from inner to outer shadow

     from impenetrable self to impenetrable unself
     by way of neither

     as between two lit refuges whose doors once
     neared gently close, once away turned from
     gently part again

     beckoned back and forth and turned away

     heedless of the way, intent on the one gleam
     or the other

     unheard footfalls only sound

     till at last halt for good, absent for good
     from self and other

     then no sound

     then gently light unfading on that unheeded
     neither

     unspeakable home



     Samuel Beckett


     αναδημοσίευση από fourteenth


Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Samuel Beckett's Ohio Impromptu








To μονόπρακτο "Απρόοπτο στο Οχάιο", πρωτότυπος τίτλος στ' αγγλικά "Ohio Impromptu", γράφτηκε από τον Μπέκετ κατά παραγγελία για ένα ακαδημαϊκό συμπόσιο που έγινε το 1980, στο Οχάιο, στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 75α γεννέθλιά του, κι έκανε την πρεμιέρα του στο Τhe Stadium II Theater, το 1981, σε σκηνοθεσία Alan Schneider.


Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

To πρωί





Το πρωί είναι η ώρα για κρύψιμο. Οι άνθρωποι ξυπνάνε, φρέσκοι κι ορεξάτοι, αφρίζοντας για τάξη, ομορφιά και δικαιοσύνη, λυσσομανώντας για το μερίδιό τους. Ναι, απ’ τις οχτώ μ’ εννιά μέχρι τις δώδεκα είναι η ώρα του μεγάλου κινδύνου. Αλλά γύρω στις δώδεκα το πράγμα ξεθυμαίνει, οι πιο λιμασμένοι χόρτασαν, γυρίζουν στο σπίτι, δεν έγιναν βέβαια όλα, αλλά έκαναν καλή δουλειά, ο καθένας μετράει τα ποντίκια που έπιασε. Το μεσημεράκι μπορεί να ξαναρχίσει, ύστερα απ’ τα γλέντια, τις ευωχίες, τα συχαρίκια, τις δημηγορίες, αλλά σε σχέση με το πρωί δεν είναι τίποτα, απλό καλαμπούρι. Γύρω στις τέσσερις με πέντε βέβαια αρχίζει η βάρδια η νυχτερινή, αρχίζουν να βουρλίζονται οι νυχτοφύλακες. Αλλά το τέλος της μέρας είναι τώρα κοντά, οι σκιές λιγναίνουν, οι τοίχοι πληθαίνουν, κολλάς στους τοίχους, ζαρωμένος σαν καλό και φρόνιμο παιδί, σταλάζοντας χαμέρπεια, όχι πως έχεις κάτι να κρύψεις, κρύβεσαι μόνο από φόβο, χωρίς να τολμάς να γυρίσεις το κεφάλι δεξιά ή αριστερά, κρυμμένος αλλά όχι με τα πόδια στηλωμένα, έτοιμος να φανερωθείς, να χαμογελάσεις, ν’ ακούσεις, να εκλιπαρήσεις, σίχαμα αλλά όχι μόλυσμα, βατράχι μάλλον παρά ποντίκι. Κι ύστερα η νύχτα, η αληθινή, επικίνδυνη κι αυτή, αλλά καλή για όποιον ξέρει να της ανοιχτεί, όπως ανοίγονται τα λουλούδια στον ήλιο, για όποιον είναι κι ο ίδιος νύχτα, μέρα και νύχτα. Όχι, ούτε η νύχτα είναι τίποτα σπουδαίο, αλλά σε σύγκριση με τη μέρα είναι σίγουρα κάτι σπουδαίο, και σε σύγκριση με το πρωί είναι ασυζητητί κάτι σπουδαιότατο. […] Το λυντσάρισμα γίνεται τη μέρα, γιατί ο ύπνος είναι ιερός, και βασικά το πρωί, ανάμεσα στο πρόγευμα και το γεύμα. Η πρώτη μου φροντίδα λοιπόν, μετά από λίγα μίλια στην έρημη αυγή, ήταν να βρω ένα μέρος για να κοιμηθώ, γιατί ο ύπνος ήταν κι αυτός ένα είδος προστασίας, όσο παράδοξο κι αν φαίνεται. Γιατί ο ύπνος, αν και ξυπνάει το ένστικτο της σύλληψης, φαίνεται ότι κατευνάζει το ένστικτο της σφαγής, της επιτόπου κι αιματηρής, όποιον κυνηγό και να ρωτήσετε θα σας το πει. Για το θηρίο που κινείται ή καιροφυλακτεί κρυμμένο στη μονιά του, δεν υπάρχει έλεος, ενώ εκείνο που πιάνεται στον ύπνο έχει πιθανότητες να τύχει και πιο ευγενικών αισθημάτων, που θα κάνουν την κάννη να γείρει, το μαχαίρι να μπει στο θηκάρι. Γιατί ο κυνηγός είναι πονόψυχος κι αισθηματίας στο βάθος, γεμάτος απωθημένα αποθέματα συμπόνιας και καλωσύνης που είναι έτοιμα να ξεχειλίσουν με την πρώτη ευκαιρία. […] Όσο για μένα, έβρισκα πάντα προτιμότερη τη σκλαβιά από το θάνατο, ή μάλλον τη θανάτωση. Γιατί ο θάνατος είναι μια κατάσταση για την οποία ποτέ μου δεν κατάφερα να σχηματίσω μια ικανοποιητική εικόνα, και άρα δεν μπορεί να καταχωρηθεί στον ισολογισμό των καλών και των κακών. Ενώ σχετικά με τη θανάτωση είχα απόψεις που μου ενέπνεαν εμπιστοσύνη, καλώς ή κακώς, και στις οποίες ένιωθα πως είχα δικαίωμα να ανατρέξω όταν χρειαζόταν. Ω, δεν ήταν απόψεις σαν τις δικές σας, ήταν απόψεις σαν τις δικές μου, όλο σπασμούς, κρύο ιδρώτα και ρίγη, χωρίς ούτ’ ένα ίχνος λογικής ή ψυχραιμίας. Αλλά ήταν οι καλύτερες που είχα. Και για να σας δώσω να καταλάβετε μέχρι που έφτανε η σύγχυση των ιδεών μου σχετικά με το θάνατο, θα σας πω με πάσα ειλικρίνεια πως δεν απόκλεια την πιθανότητα να είναι μια κατάσταση χειρότερη ακόμα κι από τη ζωή. Οπότε μου φαινόταν πολύ φυσικό να μη βιαστώ να τον συναντήσω, κι όσες φορές αποξεχνιόμουνα κι έκανα τέτοια απόπειρα, να σταματήσω εγκαίρως. Αυτή είναι η μόνη μου δικαιολογία. Χώθηκα λοιπόν σε μια οποιαδήποτε τρύπα φαντάζομαι και περίμενα, μισοροχαλίζοντας, μισοβογγώντας, κλαψουρίζοντας και γελώντας ή πασπατεύοντας το σώμα μου, για να δω μήπως άλλαξε τίποτα, μέχρι να κοπάσει ο πρωινός παροξυσμός.       

Σάμουελ Μπέκετ
Μολλόυ

Απόδοση κειμένου στα ελληνικά:  Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου
Εκδόσεις Κρύσταλλο, Αθήνα, 1981