Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

" Molloy", The sucking-stones sequence











[...] Μιας και βρισκόμουνα στην παραλία, είπα να εφοδιαστώ με πιπιλόπετρες. Βότσαλα ήταν, αλλά εγώ τα λέω πέτρες. Ναι, αυτή η φορά έκανα ένα σοβαρό απόθεμα. Τις μοίρασα στα ίσα στις τέσσερες τσέπες μου και τις πιπίλαγα μια-μια με τη σειρά. Εδώ όμως προέκυπτε ένα πρόβλημα, το οποίο έλυσα αρχικά με τον ακόλουθο τρόπο. Είχα ας πούμε δεκάξη πέτρες, από τέσσερες σε κάθε μια από τις τέσσερες τσέπες μου, οι οποίες ήταν οι δυό σε κάθε μια από τις τέσσερες τσέπες μου, οι οποίες ήταν οι δυο τσέπες του παντελονιού μου και οι δυο τσέπες του παλτού μου. Μόλις έπαιρνα μια πέτρα από τη δεξιά τσέπη του παλτού μου, και την έβαζα στο στόμα μου, την αντικαθιστούσα μέσα από τη δεξιά τσέπη του παλτού μου με μια πέτρα από τη δεξιά τσέπη του παντελονιού μου, την οποία αντικαθιστούσα με μια με μια πέτρα από την αριστερή τσέπη του παντελονιού μου, την οποία αντικαθιστούσα με την πέτρα που ήταν στο στόμα μου, αμέσως μόλις τέλειωνα το πιπίλισμα. Κι έτσι υπήρχαν πάντα τέσσερες πέτρες σε κάθε μια από τις τέσσερες τσέπες μου, αλλά όχι ακριβώς οι ίδιες πέτρες. Κι όταν η όρεξη για πιπίλισμα με ξανάπιανε, έβαζα πάλι το χέρι στη δεξιά τσέπη του παλτού μου, όντας σίγουρος πως δε θα έβγαζα την ίδια πέτρα που είχα πιπιλίσει την τελευταία φορά. Και ενώ την πιπίλαγα τακτοποιούσα τις υπόλοιπες πέτρες με τον τρόπο που περιέγραψα. Και ούτω καθεξής. Όμως η λύση αυτή δεν με ικανοποιούσε απόλυτα. Γιατί δε μου διέφευγε πως, χάρη σε μια διαβολική σύμπτωση, οι τέσσερες πέτρες που κυκλοφορούσαν μ' αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν να είναι πάντα οι ίδιες. Οπότε, αντί να πιπιλάω τις δεκάξη μου πέτρες στη σειρά, πιπίλαγα μόνο τις τέσσερες, πάντα τις ίδιες, στη σειρά. Αλλά τις ανακάτευα καλά μέσα στις τσέπες μου, προτού αρχίσω το πιπίλισμα, και πάλι μετά, όσο κρατούσε το πιπίλισμα, και πριν αρχίσω να τις μεταφέρω, ελπίζοντας έτσι να πετύχω μια πιο γενικευμένη κυκλοφορία τους από τσέπη σε τσέπη. Αλλά αυτή ήταν μια μέση λύση, στην οποία δεν ήταν δυνατόν ν' αρκεστεί για πολύ ένας άνθρωπος σαν κι εμένα. Άρχισα λοιπόν να ψάχνω να βρω κάτι άλλο. Και πρώτα-πρώτα σκέφτηκα μήπως θα έκανα καλύτερα να μεταφέρω τις πέτρες ανά τέσσερες, και όχι ανά μία, δηλαδή , την ώρα που πιπίλαγα, να παίρνω τις τρεις πέτρες που απόμεναν στη δεξιά τσέπη του παλτού μου και να βάζω στη θέση τους τις τέσσερες της δεξιάς τσέπης του παντελονιού μου, και στη δική τους θέση τις τέσσερες της αριστερής τσέπης του παλτού μου, και τέλος στη δική τους θέση τις τρεις της δεξιάς τσέπης του παλτού μου συν τη μία, μετά το τέλος του πιπιλίσματος, που είχα στο στόμα μου. Ναι, στην αρχή μου φάνηκε πως με τον τρόπο αυτό θα πετύχαινα ένα καλύτερο αποτέλεσμα. Αλλά όταν το καλοσκέφτηκα αναγκάστηκα ν' αλλάξω γνώμη και να παραδεχτώ ότι κυκλοφορώντας τις πέτρες κατά τετράδες κατέληγα στο ίδιο ακριβώς πράγμα όπως και όταν τις κυκλοφορούσα κατά μονάδες. Γιατί ναι μεν ήμουν σίγουρος πως θα έβρισκα κάθε φορά, στη δεξιά τσέπη του παλτού μου, τέσσερες πέτρες εντελώς άλλες απ' τις αμέσως προηγούμενες, αυτό όμως δεν απόκλειε την πιθανότητα να πετυχαίνω πάντα την ίδια πέτρα, σε κάθε τετράδα, και συνεπώς να πιπιλάω, όχι τις δεκάξη μου πέτρες στη σειρά, όπως ήθελα, αλλά μόνο τις τέσσερες, πάντα τις ίδιες, στη σειρά. Έπρεπε λοιπόν να ψάξω αλλού, κι όχι στον τρόπο κυκλοφορίας. Γιατί με οποιοδήποτε τρόπο κι αν κυκλοφορούσα τις πέτρες διέτρεχα πάντα τον ίδιο κίνδυνο. Ήταν πρόζα ταυτόχρονα και τις πιθανότητες να απολαμβάνω τις πέτρες μου με τον τρόπο που ήθελα εγώ, δηλαδή τη μία μετά την άλλη μέχρι να εξαντλήσω τον αριθμό τους. Αν είχα, παραδείγματος χάρη, οχτώ τσέπες, αντί για τις τέσσερες  που είχα, τότε και η σατανικότερη σύμπτωση δε θα μπορούσε να μ' εμποδίσει να πιπιλάω τις οχτώ τουλάχιστον από τις δεκάξη μου πέτρες, στη σειρά. Η αλήθεια είναι πως θα 'πρεπε να έχω δεκάξη πέτρες για να ΄χω το κεφάλι μου απόλυτα ήσυχο. Και για πολύ καιρό είχα κολλήσει σ' αυτό το συμπέρασμα, που έλεγε πως εφόσον δεν είχα δεκάξη τσέπες, κάθε μια  με την πέτρα της, δε θα κατόρθωνα ποτέ να φτάσω το σκοπό που επεδίωκα, παρά μόνο από διαβολική σύμπτωση. Κι αν το να διπλασιάσω τις τσέπες μου ήταν κάτι που μπορούσε στην ανάγκη να γίνει, χωρίζοντας κάθε μια τους στα δυο, με μερικές παραμάνες ας πούμε, ο τετραπλασιασμός τους ήταν κάτι που ξεπέρναγε τις δυνατότητές μου. Και δεν είχα καμιά διάθεση να μπω σε τόσο κόπο για ένα ημίμετρο. Γιατί άρχιζα να χάνω κάθε αίσθηση του μέτρου, ύστερα από όλο αυτό το σαματά μ΄ αυτή την ιστορία, και να λέω, Ή όλα ή τίποτα. Κι αν αντιμετώπισα προς στιγμή το ενδεχόμενο να δημιουργήσω μια σχέση μεγαλύτερης ισότητας ανάμεσα στις πέτρες μου και τις τσέπες μου, μειώνοντας τις μεν στον αριθμό των δε, ήταν μονάχα προς στιγμή. Γιατί αυτό θα ισοδυναμούσε με ομολογία της ήττας μου. Και καθισμένος στην ακρογιαλιά, μπροστά στη θάλασσα, με τις δεκάξη μου πέτρες απλωμένες μπροστά μου, τις κύτταζα με θυμό μαζί και αμηχανία. Γιατί όσο δύσκολο μου ήταν να κάθομαι σε καρέκλα, ή σε πολυθρόνα, εξαιτίας του πιασμένου ποδιού μου, καταλαβαίνετε, τόσο εύκολο μου ήταν να κάθομαι χάμω, εξαιτίας  του πιασμένου αλλά και πονεμένου ποδιού μου, γιατί εκείνον ακριβώς τον καιρό άρχισε και το καλό μου πόδι, καλό με την έννοια πως δεν ήταν πιασμένο, να πιάνεται. Χρειαζόμουν ένα στήριγμα κάτω απ' το γόνατο, καταλαβαίνετε, αλλά και κάτω από όλο το πόδι, το στήριγμα της γης. Κι ενώ καθόμουνα και κύτταζα έτσι τις πέτρες μου, αναμασώντας αναρίθμητους συνδυασμούς, όλους εξίσου λάθος, και ζούλαγα χούφτες άμμου, έτσι που η άμμος γλίστραγε μες απ' τα δάχτυλά μου και ξανάπεφτε στην παραλία, ναι, ενώ κρατούσα έτσι το μυαλό μου κι ένα μέρος απ' το σώμα μου σε εγρήγορση, ξάφνου μια μέρα μου πέρασε απ' το πρώτο, έτσι σαν έκλαμψη, πως θα μπορούσα ίσως να πετύχω το σκοπό μου χωρίς ν' αυξήσω αριθμητικά τις τσέπες μου, ούτε να μειώσω αριθμητικά τις πέτρες μου, αλλ' απλώς και μόνο θυσιάζοντας την αρχή του στοιβάσματος. Την πρόταση αυτή, που άρχισε ξαφνικά να ψέλνεται μέσα μου, σαν εδάφιο του Ησαΐα, ή του Ιερεμία, χρειάστηκα αρκετό καιρό να μπω στο νόημά της, ιδιαίτερα ο όρος στοίβασμα, που μου ήταν άγνωστος, παρέμεινε για πολύ καιρό σκοτεινός. Αλλά στο τέλος ανακάλυψα φαίνεται πως ο όρος στοίβασμα δεν μπορούσε εδώ να σημαίνει τίποτ' άλλο, τίποτα καλύτερο, από την κατανομή των δεκάξη πετρών σε ομάδες των τεσσάρων, μια ομάδα σε κάθε τσέπη, και πως εκείνο που υπονόμευε όλους τους μέχρι τότε υπολογισμούς μου και καθιστούσε το πρόβλημα κυριολεκτικά άλυτο, ήταν η άρνησή μου να αντιμετωπίσω το ενδεχόμενο μιας διαφορετικής κατανομής. Και χάρη σ' αυτήν ακριβώς την ερμηνεία, είτε ήταν η σωστή είτε δεν ήταν, μπόρεσα εντέλει να βρω μια λύση, μια λύση αρκετά χοντροκομμένη οφείλω να πω, αλλά σίγουρη , σίγουρη. Είμαι φυσικά έτοιμος να πιστέψω, και μάλιστα το πιστεύω ακράδαντα, πως μπορούσαν να βρεθούν, και μάλιστα μπορούν ακόμα να βρεθούν, και άλλες λύσεις σ' αυτό  το πρόβλημα, λύσεις εξίσου σίγουρες αλλά πολύ λιγότερο χοντροκομμένες από αυτήν που θα σας περιγράψω ευθύς αμέσως, άμα μπορέσω. Και πιστεύω ακόμα, πως αν είχα δείξει λίγο παραπάνω επιμονή, λίγο παραπάνω υπομονή, θα την είχα βρει και μόνος μου. Αλλά ήμουν κουρασμένος, κουρασμένος, και αρκέστηκα άδοξα στην πρώτη λύση που ήταν μια κάποια λύση, σ' αυτό το πρόβλημα. Και για να μη σας αραδιάσω όλα τα στάδια και τα βάσανα που πέρασα πριν καταλήξω σ' αυτήν, σας την παρουσιάζω, σε όλη της τη φρίκη. Το μόνο(το μόνο!) που είχα να κάνω ήταν να βάλω ας πούμε, πρώτα-πρώτα, έξη πέτρες στη δεξιά τσέπη του παλτού μου, ή τσέπη του ανεφοδιασμού, πέντε στη δεξιά τσέπη του παντελονιού μου, και πέντε τέλος στην αριστερή τσέπη του παλτού μου, που μας έκαναν ενόλω, δύο οι πέντε δέκα συν έξη δεκάξη, και καμιά, γιατί δεν έμενε καμιά, στην αριστερή τσέπη του παλτού μου, που για την ώρα έμενε κενή, κενή από πέτρες εννοείται, γιατί το κανονικό περιεχόμενό της παρέμενε ανέπαφο, συν τα διάφορα περιστασιακά αντικείμενα. Γιατί πού φαντάζεστε ότι φύλαγα το μαχαίρι μου της κουζίνας, τα ασημικά μου, την κόρνα μου, κι όλα τα υπόλοιπα που δεν σας έθιξα, ακόμα, που μπορεί να μη θίξω ποτέ; Λοιπόν. Τώρα μπορώ ν' αρχίσω το πιπίλισμα. Κυττάξτε με καλά. Παίρνω μια πέτρα από τη δεξιά τσέπη του παλτού μου, την πιπιλάω, παύω να την πιπιλάω, τη βάζω στην αριστερή τσέπη του παλτού μου, την κενή (από πέτρες). Παίρνω μια δεύτερη πέτρα από τη δεξιά τσέπη του παλτού μου, την πιπιλάω, τη βάζω στην αριστερή τσέπη του παλτού μου. Και ούτω καθεξής μέχρις ότου η δεξιά τσέπη του παλτού μου αδειάσει εντελώς (εκτός από το κανονικό και περιστασιακό της περιεχόμενο) και οι έξη πέτρες που μόλις πιπίλισα, τη μια μετά την άλλη, βρεθούν όλες στην αριστερή τσέπη του παλτού μου. Αφού σταματήσω τότε, και συγκεντρωθώ, για να μην κάνω καμιά μαλακία, μεταφέρω στη δεξιά τσέπη του παλτού μου, όπου δεν υπάρχουν πια πέτρες, τις πέντε πέτρες της δεξιάς τσέπης του παντελονιού μου, τις οποίες αντικαθιστώ με τις έξη πέτρες της αριστερής τσέπης του παλτού μου. Κι έτσι έχουμε πάλι την αριστερή τσέπη του παλτού μου αδειανή από πέτρες και τη δεξιά τσέπη του παλτού μου εφοδιασμένη, και μάλιστα σωστά, δηλαδή με πέτρες άλλες από εκείνες που μόλις πιπίλισα, και τις οποίες αρχίζω τώρα να πιπιλάω, τη μια μετά την άλλη, και να τις μεταφέρω, τη μια μετά την άλλη, στην αριστερή τσέπη του παλτού μου, όντας απόλυτα βέβαιος, στο μέτρο που μπορεί να είναι κανείς απόλυτα βέβαιος μ' αυτά τα πράγματα, πως δεν πιπιλάω τις ίδιες πέτρες που πιπίλισα λίγο πριν, αλλά άλλες. Κι όταν η δεξιά τσέπη του παλτού μου ξαναδειάσει (από πέτρες), και οι πέντε που μόλις πιπίλισα βρεθούν όλες ανεξαιρέτως στην αριστερή τσέπη του παλτού μου, τότε προβαίνω στην ίδια ανακατανομή που έκανα και πριν, ή σε μια παρεμφερή, δηλαδή, μεταφέρω στη δεξιά τσέπη του παλτού μου, που είναι πάλι διαθέσιμη, τις πέντε πέτρες της δεξιάς τσέπης του παντελονιού μου, τις οποίες αντικαθιστώ με τις έξη πέτρες της αριστερής τσέπης του παντελονιού μου, τις οποίες και αντικαθιστώ με τις πέντε πέτρες της αριστερής τσέπης του παλτού μου. Και να με πάλι έτοιμος να ξαναρχίσω. Χρειάζεται να συνεχίσω;" [...]


Επιμέλεια video και κείμενο στα ελληνικά Carina
Το κείμενο είναι απόσπασμα από τη νουβέλα του Samuel Beckett "ΜΟΛΛΟΫ ", σε μετάφραση Α. Παπαθανασοπούλου από τις εκδόσεις ύψιλον/βιβλία






Το απομαγνητοφωνημένο κείμενο στην αγγλική γλώσσα:




Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Beckett - Brassaï




Brassaï (pseudonym of Gyula Halász) (9 September 1899 — 8 July 1984) 
Hungarian photographer, sculptor, and filmmaker



Samuel Beckett, 1957

















  
                                                                                                                                                     





Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

πρώτος έρωτας











Samuel Beckett   ΠΡΩΤΟΣ  ΕΡΩΤΑΣ  (σελ. 22-26)
Μετάφραση: Αχιλλέας Αλεξάνδρου
Εκδόσεις ΑΓΡΑ – 1988
Τίτλος πρωτοτύπου: PREMIER AMOUR, 1945




… Τελικά της είπα ότι μέχρι εδώ ήταν. Με ενοχλούσε βαθιά, ακόμη και απούσα. Άλλωστε με ενοχλεί πάντοτε, αλλά με τον ίδιο τρόπο που με ενοχλούν και τα υπόλοιπα. Κατά τα άλλα δεν μου κοστίζει πλέον τίποτε, για την ώρα, τι να ενοχλούμαι, ή τόσο λίγο, τι πάει να πει είμαι ενοχλημένος, άλλωστε πρέπει να είμαι, άλλαξα το σύστημα, έχω βρει πια το κόλπο, είναι το ένατο ή δέκατο, κι έπειτα όλα θα τελειώσουν, τα ξεβολέματα, τα βολέματα, σε λίγο δεν θα μιλάει κανείς γι’ αυτά, μήτε γι’ αυτή, μήτε για τους άλλους, μήτε για σκατά, μήτε για ουρανό. Λοιπόν, δεν θέλετε πλέον να έρχομαι; λέει. Είναι απίστευτο πώς οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν αυτό που μόλις τους έχεις πει, σαν να κινδυνεύουν να οδηγηθούν στην πυρά, αν πιστέψουν στ’ αυτιά τους. Της είπα να έρχεται από καιρό σε καιρό. Δεν ήξερα καλά τις γυναίκες εκείνη την εποχή. Άλλωστε τις ξέρω πάντα τόσο λίγο. Τους άνδρες το ίδιο. Τα ζώα επίσης. Αυτό που αγνοώ λιγότερο είναι οι πόνοι μου. Τους σκέφτομαι όλους, όλες τις ημέρες, στα γρήγορα, αλλά αυτοί δεν προέρχονται όλοι από την σκέψη. Ναι, υπάρχουν ώρες, κυρίως το απόγευμα, όπου αισθάνομαι συγκριτιστής, με τον τρόπο του Reinhald. Τι ισορροπία. Εξάλλου και τους πόνους μου λίγο τους ξέρω. Κι αυτό μάλλον οφείλεται στο γεγονός πως δεν είμαι μονάχα πόνος. Εδώ είναι το κόλπο. Τότε αυτοί ξεμακραίνουν, ή εγώ, μέχρι που με γεμίζουν κατάπληξη και θαυμασμό. Σπανίως, αλλά αυτό αρκεί. Δεν είναι και τόσο ηλίθια, η ζωή. Το να είσαι μονάχα πόνος, πόσο αυτό θα απλοποιούσε τα πράγματα! Να είσαι τελείως αξιοθρήνητος! Αυτό όμως θα ’ταν ανταγωνισμός, και μάλιστα αθέμιτος. Θα σας τους πω πάντως μια μέρα, εάν τους σκεφτώ και αν το μπορέσω τους πόνους μου, με λεπτομέρειες, καλοξεχωρίζοντάς τους για περισσότερη σαφήνεια. Θα σας πω γι’ αυτούς της νόησης, γι’ αυτούς της καρδιάς ή τους αισθηματικούς, της ψυχής (πολλοί όμορφοι, αυτοί της ψυχής) κι έπειτα του σώματος, πρώτα τους εσωτερικούς ή κρυμμένους, και μετά αυτούς της επιφάνειας, αρχίζοντας απ’ τα μαλλιά και κατεβαίνοντας μεθοδικά και χωρίς να βιάζομαι μέχρι τα πόδια, έδρα κάλων, κραμπών, πρηξιμάτων, σπασμένων νυχιών, κρυοπαγημάτων, ποδάγρας και άλλων παραδόξων. Και σε όσους θα ‘ναι αρκετά ευγενικοί για να μ’ ακούσουν, θα πω μ’ αυτή την ευκαιρία, και σύμφωνα μ’ ένα σύστημα του οποίου ξεχνώ τον δημιουργό, τις στιγμές που, χωρίς να είναι κανείς μαστουρωμένος, μεθυσμένος ή σε έκσταση, δεν αισθάνεται τίποτε. Τότε φυσικά ήθελε να μάθει τί εννοούσα με το από καιρό σε καιρό, να σε τι εκτίθεσαι, άμα ανοίξεις το στόμα σου. Κάθε οκτώ μέρες; Κάθε δέκα μέρες; Της είπα να έρχεται πιο αραιά, πολύ πιο αραιά, να μην έρχεται καθόλου αν γινόταν και αν αυτό δεν γινόταν να έρχεται όσο το δυνατό λιγότερο συχνά. Εξάλλου την επομένη εγκατέλειψα το παγκάκι, οφείλω να πω λιγότερο εξαιτίας της παρά εξαιτίας του, γιατί το παγκάκι δεν ανταποκρινόταν πλέον στις ανάγκες μου, μέτριες παρ’ όλ’ αυτά, γιατί τα πρώτα κρύα άρχιζαν να γίνονται αισθητά, και έπειτα, για άλλους λόγους για τους οποίους θα ‘ταν βαρετό να μιλώ, σε αρχίδια σαν και σας, και κατέφυγα σε έναν εγκαταλειμμένο στάβλο αγελάδων, που είχα επισημάνει στις περιπλανήσεις μου. Βρισκόταν στη γωνιά ενός χωραφιού που επιδείκνυε στην επιφάνειά του περισσότερες τσουκνίδες παρά χόρτα και περισσότερη λάσπη παρά τσουκνίδες, αλλά που το υπέδαφός του πιθανόν να διέθετε αξιόλογες ιδιότητες. Μέσα σ’ αυτό το στάβλο, γεμάτο ξερές και κούφιες σβουνιές που ξεφούσκωναν μ’ ένα στεναγμό όταν έμπηγα μέσα τους το δάχτυλο, είναι που για πρώτη φορά στη ζωή μου, θα έλεγα ευχαρίστως και για τελευταία αν είχα αρκετή μορφίνη στα χέρια μου, χρειάστηκε να υπερασπιστώ τον εαυτό μου ενάντια σ’ ένα συναίσθημα που τρύπωνε σιγά σιγά μέσα στο παγωμένο μου μυαλό με το τρομερό όνομα του έρωτα. Αυτό που δίνει γοητεία στη χώρα μας, εκτός βέβαια απ’ το γεγονός ότι είναι αραιά κατοικημένη παρόλο που είναι αδύνατο να προμηθευτείς το παραμικρό προφυλακτικό, είναι πως όλα εκεί βρίσκονται σε πλήρη εγκατάλειψη εκτός απ’ τα απόσκατα της ιστορίας. Αυτά τα μαζεύουμε με ζήλο, τους ρίχνουμε άχυρο και τα περιφέρουμε σε λιτανεία. Παντού όπου ο χρόνος έφτιαξε μια ωραία αηδιαστική κοπριά, θα δείτε τους πατριώτες μας, διπλωμένους, να εισπνέουν, με το πρόσωπο φλογισμένο:






τα απόσκατα της ιστορίας της τέχνης



Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Samuel Beckett -As the story was told







Πορτραίτο της Peggy Sinclair
σε ηλικία 17 - 18 ετών.
Εκείνη την εποχή ερωτεύτηκαν με τον Μπέκετ
και θέλησαν να παντρευτούν.
Η οικογένειά της απαγόρευσε τον γάμο τους
επειδή ήταν πρώτα ξαδέλφια.
Η Πέγκυ πήγε στην Αυστρία για σπουδές στη μουσική και τον χορό.
Παρουσίασε φυματίωση και πέθανε στην Γερμανία σε ηλικία 21 ετών.
(πρώτο μέρος, από 18:40 έως 24:16)